Παρουσίαση στις 11/3/2023 στον Ελληνικό Οργανισμό Ψυχοθεραπείας και Παιδείας στην Ομαδική Ανάλυση (Hope in GA), Αθήνα, Ελλάδα
Αρναούτογλου Μαριτίνα, Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια, Ομαδική Αναλύτρια
Κουσουρή Νικολέττα, Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια, Ομαδική Αναλύτρια
Αρχικά, χρειάζεται να ξεκινήσουμε με την αναφορά κάποιων βασικών σύγχρονων ορολογιών, με σκοπό την καλύτερη δυνατή κατανόηση του θέματος. Ο όρος οικολογικό άγχος (eco anxiety) αναφέρεται στην ψυχολογική [οικολογική] δυσφορία (distress) για την ευπάθεια της ύπαρξης της ανθρωπότητας και εκείνης του οικοσυστήματος, στην εποχή της κλιματικής αλλαγής και περιλαμβάνει τόσο την ψυχολογική δυσφορία όσο και τα συναφή συμπτώματα που προκύπτουν από μια αίσθηση ανασφάλειας στην πιο κρίσιμη στιγμή της ανθρωπότητας. Συναφείς ορολογίες που συναντούμε στην διεθνή βιβλιογραφία είναι το οικολογικό άγχος, το οικολογικό τραύμα, η οικολογική θλίψη και η σολαστάλγια.
Το ενδιαφέρον για αυτό το θέμα ανακύπτει καθώς ερευνητικά δεδομένα συσχετίζουν το οικολογικό άγχος με αυξανόμενο άγχος, σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής σε νεαρά άτομα παγκοσμίως. Μία διαδικτυακή έρευνα σε κλινικούς ψυχικής υγείας στις Η.Π.Α., εξέτασε τον τρόπο και τη συχνότητα που το θέμα της κλιματικής αλλαγής εμφανίζεται στο θεραπευτικό πλαίσιο και σύμφωνα με τα αποτελέσματα προέκυψε πως σε αυτό το χρονικό σημείο η κλιματική αλλαγή δεν συζητείται συχνά, το θέμα ανακύπτει σίγουρα και μπορεί να αποτελέσει πηγή σημαντικού άγχους για ορισμένους ασθενείς. Επιπλέον, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η πλειοψηφία των θεραπευτών πιστεύει ότι ενώ η κλιματική αλλαγή σχετίζεται με την εργασία τους, αρκετοί δεν πιστεύουν ότι η εκπαίδευση τους έχει εξοπλίσει να ασχοληθούν με το θέμα, ενώ ταυτόχρονα, οι εσωτερικές αντιδράσεις που έχουν οι θεραπευτές στο θέμα της κλιματικής αλλαγής μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν και ανταποκρίνονται στους ασθενείς που μιλούν γι’ αυτό στη θεραπεία.
Η βασική συνιστώσα του οικολογικού άγχους είναι το πένθος ως το κεντρικότερο συναίσθημα, η απώλεια μέσα από έναν υπαρξιακό φακό, ως μία μορφή επικείμενου τραύματος
Η ψυχαναλυτική θεωρία μπορεί να μας προσφέρει διάφορες οπτικές για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.
Ο Freud προτείνει ότι ο δυτικός πολιτισμός βλέπει τον πολιτισμό ως άμυνα ενάντια στη φύση και ενάντια στην αγριότητα, εσωτερική και εξωτερική, αλλά όπως γράφει ο Rust (2008: 5), «σε αυτό το κρίσιμο σημείο της ανθρώπινης ιστορίας χρειαζόμαστε επειγόντως έναν μύθο για να μάθουμε το πώς είναι να ζεις με τη φύση, παρά να την πολεμάς». Επιστρέφοντας στον Freud, ωστόσο, υπάρχει, όπως πάντα, η άλλη πλευρά, μια σιωπηρή επίγνωση ότι το αίσθημα της κυριαρχίας του πολιτισμού είναι από πολλές απόψεις μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Πίσω από την ανάγκη μας να κυριαρχήσουμε, κρύβεται ο φόβος και ο τρόμος μας μπροστά στη φοβερή δύναμη της μητέρας φύσης, όπως το αβοήθητο βρέφος που νιώθει δέος και φόβο για μια πανίσχυρη και τρομακτική μητέρα.
Από τη φροϋδική οπτική, ο πλανήτης μας κατοικείται από ένα είδος που καταστρέφει συστηματικά τον δικό του βιότοπο. Αν και θεωρούν τους εαυτούς τους ευφυείς και λογικούς, τα πλάσματα, που οδηγούνται από τον Έρωτα (Eros), καταστρέφονται μέσω της υπερκατανάλωσης και του υπερπληθυσμού. Βιαστικά για να αποκτήσουν όλο και περισσότερη ικανοποίηση, τα ζώα απολαμβάνουν όλο και λιγότερο. Γεμάτα με Θάνατο (Thanatos), καταστρέφουν ασυνείδητα το περιβάλλον τους, κατασκευάζοντας ταυτόχρονα όπλα μαζικής καταστροφής που απειλούν να καταστρέψουν ολόκληρο το είδος τους.(Winter & Koger, 2004).
Η κατανόηση, στην ψυχανάλυση, των ασυνείδητων διαδικασιών που μπορεί να οδηγούν τους ανθρώπους να αντιστέκονται στο περιβαλλοντικό μήνυμα και στην κατανόηση των δυσκολιών των ακτιβιστών, είναι σημαντική. Σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται, το άγχος για την κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική ζημιά είναι πολύ έντονο, αλλά κυριαρχούν πρωταρχικές άμυνες σε συλλογικό επίπεδο. Η τάση προς την ενοχή είναι αναπόφευκτη ως αποτέλεσμα της καταστολής της επιθυμίας για αντικείμενα κατανάλωσης και επιδεινώνεται από την διχοτόμηση (Splitting) του υπόλοιπου πληθυσμού και του περιβαλλοντικού κινήματος. Στη συνέχεια επέρχεται η επίθεση, δημιουργώντας τις κλασικές καρικατούρες των περιβαλλοντολόγων.
Η θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων μας προσφέρει διάφορους τρόπους κατανόησης του ζητήματος.
Μία οπτική, εκείνη της Μητέρας Φύσης – Μαστού Γης: οι σχέσεις αντικειμένων της Klein θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτόν τον όρο, ως μια φαντασίωση ενός χαρισματικού στήθους της Γης, με ανεξάντλητες δυνατότητες, που νιώθουμε ότι δικαιούμαστε να απολαμβάνουμε χωρίς όρια. Από αυτή την άποψη, οι σημερινές μας δυσκολίες μοιάζουν με τις δυσκολίες της πρώιμης βρεφικής ηλικίας που περιγράφει η Melanie Klein με τους όρους παρανοϊκή-σχιζοειδής και καταθλιπτική θέση. Το βρέφος γενικά δεν αντιμετωπίζει πάντα ευγενικά τον απογαλακτισμό ή τις εξηγήσεις της μητέρας του, αλλά συχνά απαντά με οργή, φθόνο, μίσος και καταστροφικότητα.
”Αν η ικανότητα ανοχής της ματαίωσης είναι επαρκής, το “μη στήθος” μέσα του γίνεται σκέψη και αναπτύσσεται ένας μηχανισμός για τη “σκέψη”” (Bion, 1962, σ. 307).
Σήμερα, απειλείται το «περιβάλλον συγκράτησης» της Γης, μια κρίση τεράστια που η πλήρης αναγνώριση μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική κατάρρευση.
Ο Winnicott έφερε το «περιβάλλον» στην ψυχαναλυτική θεώρηση, αλλά ο Searles προχώρησε πέρα στο βιβλίο του The Nonhuman Environment (1960), όπου υποστήριξε ότι πρέπει να ανοίξουμε την αντίληψή μας για τη μεταφορά πέρα από τις σχέσεις των ανθρώπινων αντικειμένων για να συμπεριλάβουμε και τον μη ανθρώπινο κόσμο και αναγνωρίζουμε τη σημασία αυτών των εμπειριών για τη νεύρωση, την ψύχωση και την υγιή επαφή με τη φύση.
Γιατί ασχολούμαστε ως ομαδικοί αναλυτές με την οικολογική κρίση; Γιατί μας απασχολούν, ως ομαδικούς αναλυτές, τα συλλογικά φαινόμενα και οι μηχανισμοί άμυνας που σχετίζονται με την κλιματική κρίση, εφόσον συνήθως εργαζόμαστε σε κλινικά πλαίσια με μικρές θεραπευτικές ομάδες;
O Nitsun μας ενημερώνει ότι τα φαινόμενα αυτοκαταστροφής, όπως η οικολογική καταστροφή, έχουν ήδη σημαντικό αντίκτυπο στον ιστό της κοινωνικής ζωής.
Δεδομένης της έμφασης της ομαδικο-αναλυτικής σκέψης στην «κολοσσιαία» επιρροή του κοινωνικού, υπάρχουν σημαντικές ερωτήσεις σχετικά με το πώς η θεωρία αγκαλιάζει αυτές τις αλλαγές, δεδομένου ότι οι θεμελιώδεις αρχές της ομαδικής ανάλυσης (όπως η επικοινωνία και η group-matrix) θα λάβουν διαφορετικές έννοιες σε έναν κόσμο που ολοένα και μετασχηματίζεται. Από τις διάφορες αλλαγές που παρουσιάζει ο Nitsun, που αφορούν το μέλλον και την προσαρμογή της θεωρίας της Ομαδικής Ανάλυσης στον 21ο αιώνα, η κλιματική αλλαγή αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη και πιο ορατή απειλή για την επιβίωση.
Ξεκινώντας με τον Foulkes, γνωρίζουμε ότι ο υγιής οργανισμός λειτουργεί ως σύνολο και μπορεί να περιγραφεί ως ένα σύστημα σε δυναμική ισορροπία. Δυναμικό σημαίνει ότι δεν βρίσκεται ποτέ σε κατάσταση ηρεμίας, πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεται ενεργά στις διαρκείς μεταβαλλόμενες συνθήκες, στο περιβάλλον, στις συνθήκες μέσα στις οποίες ζει. Η προσαρμογή αυτή, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται μηχανικά, ακολουθώντας απλώς φυσικές ή χημικές αρχές. Υπάρχει πάντα ένα δημιουργικό στοιχείο παρόν, ακόμη και στις απλούστερες μορφές προσαρμογής. Έτσι, η μετακίνησή της σκέψη μας προς μία κατεύθυνση που θα αναγνωρίζει και το μη ανθρώπινο περιβάλλον, τα φυσικά οικοσυστήματα, ως μέρος ενός δυναμικού συστήματος που επιδρά στην ανθρώπινη ύπαρξη, απαιτεί προσαρμογή με δημιουργικό τρόπο.
Με βάση τον Bion, διερωτόμαστε: δεδομένης της δυσκολίας στην ικανότητα της σκέψης που ακολουθεί ένα τραύμα (ή στην περίπτωση της κλιματικής κρίσης που προηγείται ενός τραύματος) και δεδομένης της σοβαρής επιβάρυνσης που προκύπτει από τη φύση των μεγάλων ομάδων, με ποια μέσα μπορεί η ομάδα να ανακτήσει τη work function της; Και, πάνω απ’ όλα, πώς μπορεί να το κάνει αυτό με στοχαστικό, μη παρανοϊκό, μη σχιζοειδή τρόπο, δεδομένου του τεράστιου άγχους που την περιβάλλει, και από την εγγενή φύση της ίδιας της ομαδικής διαδικασίας;
Αντί η ομάδα να συλλογιστεί το επώδυνο συναίσθημα του φόβου, ταυτίζεται με ένα εχθρικό και διεστραμμένο αντικείμενο, ώστε να “αναστρέψει” την πληγή. Σε κάθε μεγάλη ομάδα θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θέλουν να «επιτεθούν», παράλληλα με τα κινήματα και τις εκστρατείες για να ανατρέψουν την κλιματική αλλαγή, μαζί με αυτούς που δεν γνωρίζουν, που γνωρίζουν, αλλά ακόμα παλεύουν με το τι να σκεφτούν ή να κάνουν.
Ο DeMare μιλά για την «υστερία του πλήθους», όπου ένα συναίσθημα, ιδιαίτερα ο φόβος, γίνεται αυτοτροφοδοτούμενο, μεγαλώνει εκθετικά σε ένταση, καθώς εξαπλώνεται στην ομάδα. Είναι μία μαζική καταφυγή στην προβλητική ταύτιση από ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Υπάρχει ίσως ένας επιπλέον παράγοντας που προσθέτει στο πρόβλημα: όταν η ομάδα είναι πολύ μεγάλη, ώστε κανένα άτομο δεν γνωρίζει τους άλλους ονομαστικά, ούτε ακόμη και οπτικά, η διαδικασία μπορεί να εξαπλωθεί με την τρομερή ταχύτητα. Αν το σκεφτούμε αυτό, σε μία αναλογία για τον μαζικό φόβο αφανισμού που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, τότε διαπιστώνουμε ότι η εξάπλωση του φόβου αυτού είναι ταχύτατη και η αδυναμία μας να σκεφτούμε πάνω σε αυτό το πρόβλημα είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
Το μέγεθος των κοινωνιών έχει άμεση σχέση με τα φαινόμενα που έχουμε ήδη αναφέρει, και τις αρχαϊκές άμυνες που επιστρατεύονται.
Ο Nitsun, αφού εξηγεί ποιες δυνάμεις εκκινούν και στοχεύουν στη διάλυση της ομάδας, σχολιάζει τις καταστροφικές επιθέσεις που δέχεται ο συλλογικός μας εμπεριέκτης. Πρόκειται για αυτοκαταστροφικές πράξεις, που απειλούν ευθέως την επιβίωση του είδους μας. Η ύπαρξη anti-group φαινομένων είναι ξεκάθαρη, όταν ο άνθρωπος διαλύει διαρκώς το περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή του. Το πρόβλημα με την ανθρώπινη καταστροφικότητα είναι πλέον κοινά αποδεκτό, με κυρίαρχα παραδείγματα, τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, τις πυρηνικές καταστροφές και φυσικά, την καταστροφή των οικολογικών συστημάτων, στα οποία ζούμε. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο εχθρός μέχρι ένα σημείο της ανθρώπινης ιστορίας ήταν εξωτερικός, ξεκάθαρος και διαφορετικός από εμάς. Σήμερα, η απειλή της οικολογικής καταστροφής φαίνεται να αφορά πια έναν εσωτερικό εχθρό, εμάς τους ίδιους και της βαθιάς μας ανάγκης για επίθεση και διάλυση.
Μία αισιόδοξη οπτική που δίνει ο Nitsun είναι η πρώτη φορά που οι άνθρωποι νιώθουν υπεύθυνοι και αντιλαμβάνονται την αυτοκαταστροφικότητά τους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή και επανόρθωση.
H ρίζα του “anti-group” σε συλλογικό επίπεδο σχετίζεται με τον φόβο της ανεπάρκειας που οδηγεί σε καταστροφική απληστία και αχαλίνωτο έλεγχο που παραδόξως δημιουργούν τις συνθήκες που φοβούνται: την απώλεια πόρων και προμηθειών που είναι απαραίτητες για τη ζωή. Ο Nitsun προσπάθησε να συνδέσει το άγχος αφανισμού σε ατομικό επίπεδο και τους συλλογικούς φόβους αφανισμού που αντανακλώνται ευρύτερα στην καταστροφή του περιβάλλοντος και τον φόβο μίας ολικής καταστροφής.
Αργότερα, ο Nitsun αναφέρεται στην οικολογική προοπτική της αντι-ομάδας, η οποία είναι σημαντική σε σχέση με τα ερωτήματα που αφορά την επιβίωση της ομάδας και τη σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ομαδικών συστημάτων και υποσυστημάτων. Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε, το περιβάλλον που φιλοξενεί τη ζωή στις υπάρχουσες μορφές του, θα επιζήσει; Αυτή η ερώτηση, σε ένα επίπεδο φαινομενικά δεν αφορά άμεσα έναν ψυχοθεραπευτή, ωστόσο αντηχεί σε βαθύτερα επίπεδα την ανησυχία για τα υπαρξιακά ζητήματα και τον φόβο αφανισμού.
Ο Hopper μας υπενθυμίζει πως κάθε απώλεια πρέπει να θρηνείται. Όχι μόνο οι νεκροί. Όχι μόνο το τέλειο στήθος. Όχι μόνο η αρκετά καλή μητέρα. Η απώλεια της αυτοεκτίμησης, της «φανταστικής» δύναμης που έχουμε ως είδος πάνω στη Γη, της κυριαρχίας μας ως είδος, της υπερκατανάλωσης, πρέπει να αναγνωριστεί. Μόνο τότε είναι δυνατόν να διαμορφωθεί μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική εκτίμηση του τί έχει χαθεί.
Η μη συνοχή (Incohesion) είναι μια εκδήλωση στον “εξωτερικό” κόσμο του φόβου του αφανισμού, ο οποίος, με τη σειρά του, είναι προϊόν τραυματικής εμπειρίας στο πλαίσιο τραυματογενών διαδικασιών, και αντίστροφα.
Ο φόβος του αφανισμού είναι μια αντίδραση στην εμπειρία της βαθιάς αδυναμίας που προκύπτει από την απώλεια, την εγκατάλειψη και τη ζημιά μέσα στο πλαίσιο της τραυματογόνου διαδικασίας που εκτείνεται σε γενιές και περιλαμβάνει τις σχέσεις μεταξύ των θυμάτων, των δραστών και των παρευρισκομένων, και τα πρότυπα αντιδράσεων προς τους τραυματισμένους.
Πώς δε θα μπορούσαμε, λοιπόν, να εντάξουμε εδώ και τις φυσικές καταστροφές, τις ακραίες κλιματικές αλλαγές, όχι μόνον όσες συμβαίνων στο τώρα, αλλά και όσες έχουν ήδη συμβεί στο παρελθόν. Πώς ο συλλογικός νους – το συλλογικό ασυνείδητο είναι δυνατό να μη φέρει τέτοιες μνήμες;
Τέλος, θα αναφερθούμε στις παρεμβάσεις που αναφέρονται στη βιβλιογραφία τριών διαφορετικών σχολών ψυχοθεραπείας. Παρόλο που μπορεί να μην υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη έρευνα για την επιδημιολογία το eco-anxiety ή τη θεραπεία που βασίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας έχουν την ευθύνη να ανταποκρίνονται σε αυτό το άγχος μέσα στις μεταβαλλόμενες περιστάσεις. Η εξοικείωση με αυτά τα διάφορα προγράμματα είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ικανότητα των επαγγελματιών/φορέων ψυχικής υγείας να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.
Οι συγγραφείς της ψυχαναλυτική σχολής εστιάζουν σε τρία στοιχεία: διασφάλιση ότι οι επαγγελματίες έχουν οι ίδιοι επαφή με τη δική τους εμπειρία για την κλιματική αλλαγή, είναι έτοιμοι και ικανοί να συζητήσουν για τις μεγαλύτερες κοινωνικές και συστημικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και μπορούν να συνδέσουν ενεργά την προσωπική ιστορία του αναλυόμενου με την ανταπόκρισή τους στην κλιματική αλλαγή.
Οι συγγραφείς της σχολής του Jung, συστήνουν την εργασία με τα όνειρα, ως εργαλείο για τη σύνδεση του προσωπικού μύθου με τον συλλογικό μύθο.
Οι παρεμβάσεις του eco-therapy επικεντρώνονται κυρίως σε αλληλεπιδράσεις με τη φύση, έξω από τη θεραπευτική συνεδρία, θέτοντας προβληματισμούς για τη επίδραση της φύσης στις ζωές των θεραπευομένων και στην κοινωνία συνολικά.
Παρά τις διαφορές τους, και οι τρεις ψυχολογικές σχολές συμφωνούν σε ένα σημαντικό κοινό τόπο: στην αξία της εργασίας της ομάδας ως ένα υποστηρικτικό περιβάλλον για τη επεξεργασία των συναισθημάτων και για τη σύνδεση της εσωτερικής εμπειρίας του οικολογικού άγχους με τους άλλους, αλλά και με μεγαλύτερα κοινωνικά θέματα (αναφορά σε task groups και Οργανισμούς/Οργανώσεις για το κλίμα). Η συμμετοχή σε ομάδες εμφανίζεται σχεδόν καθολικά στις παρεμβάσεις για το eco-anxiety, για τον παρακάτω λόγο: οι ομάδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυροί εμπεριέκτες (containers) για τη βαθιά, υπαρξιακή δυσφορία που τείνει να συνοδεύει το οικολογικό άγχος.
Βιβλιογραφία
Albrecht, G. (2006). Solastalgia: Environmental damage has made it possible to be
homesick without leaving home. Alternatives Journal, 32(4-5), 34-37.
Albrecht, G. (2020). Negating solastalgia: An emotional revolution from the
Anthropocene to the Symbiocene. American Imago
Aston, N. (2021). The experience of eco-anxiety of individuals who have been through anecopsychology support group for facing the climate crisis: a grounded theory inquiry. Thesis, University of East London School of Psychology.
Baker, J. (2013). What have we done to Mother Earth? Psychodynamic thinking applied to our current world crisis. Psychodyn. Pract; 19:55–67.
Baudon, P. & Jachens, L. (2021). A Scoping Review of Interventions for the Treatment of Eco-Anxiety. Int J Environ Res Public Health, 18(18): 9636.
Bion, W. R. (1957). Differentiation of the psychotic from the non-psychotic
personalities. International Journal of Psycho-Analysis, 38, 266–275.
Bion, W. R. (1959). Attacks on linking. International Journal of Psycho-Analysis, 40,
308–315.
Bion, W. (1961). Experiences in Groups And Other Papers. Tavistock.
Bion, W. R. (1962). The psycho–analytic study of thinking. International Journal of
Psycho-Analysis, 43, 306–310.
Bollas, C. (1987). Shadow of the object. New York: Columbia University Press.
De Mare, P., Thompson, S. & Piper, R.(1991). Koinonia – From Hate through Dialogue to Culture in the Larger Group. New York, London: Karnac Books.
Dodds, J. (2011). Psychoanalysis and Ecology at the Edge of Chaos: Complexity Theory, Deleuze, Guattari and Psychoanalysis for a Climate in Crisis. New York: Routledge.
Evans, G. W. (1984). Environmental stress. CUP Archive.
Foulkes, S.H. and Antony, E.J.(1984). Group Psychotherapy: The Psychoanalytic Approach, H.Kamac(Books)Ltd. London
Freud, S. (1911). Formulations on the two principles of mental functioning. Standard
Edition (Vol. 12, pp. 213–226). Hogarth.
Freud, S. (1905). Jokes and their relation to the unconscious. SE VIII (pp. 1–247).
Freud, S. (1910). The antithetical meaning of primal words. Standard Edition, Vol.
11, (pp.153–162). London: Hogarth.
Freud, S. (1927). The Future of an Illusion. SE XXI (pp. 1–56).
Gomes & A. Kanner (1995). The all consuming self. In T. Roszak, M. Gomes & A. Kanner, Ecopsychology: Restoring the Earth, Healing the Mind. Sierra Club Books. (pp. 77–91).
Haseley, D. (2016). Climate change: Clinical considerations. Int. J. Appl. Psychoanal. Stud., 16:109–115.
Hopper, E. and Pines,M. (2003).The Social Unconscious Selected Papers, Jessica Kingsley Publishers. London and Philadelphia.
Hopper,E. and Pines,M. (2003). Traumatic Experience in the Unconscious Life of Groups The Fourth Basic Assumption: Incohesion: Aggregation/Massification or (ba) I:A/M. Jessica Kingsley Publishers. London and New York
Kassouf, S. (2021). A new thing under the sun. ROOM: A sketchbook for analytic action.
http://www.analytic-room.com/essays/a-new-thing-under-the-sun-by-susan-kassouf/
Kassouf, S. (2022). Thinking Catastrophic Thoughts: A traumatised sensibility on a hotter planet. The American Journal of Psychoanalysis, 2022, 82, (60–79)
Kelly, B. J., Lewin, T. J., Stain, H. J., Coleman, C., Fitzgerald, M., Perkins, D., Carr,
V.J., Fragar, L., Fuller, J., Lyle, D., Beard, J. R. (2011). Determinants of mental health and well-being within rural and remote communities. Social psychiatry and
psychiatric epidemiology, 46(12), 1331-1342.
Klein, M. (1987). The Selected Melanie Klein. (J. Mitchell, Ed.). Free Press. Klein, M., Heimann, P. & Money-Kyrle (eds) (1955). New Directions in Psycho-Analysis: The Significance of Infant Conflict in the Pattern of Adult Behaviour. Maresfield.
Lewis, J. (2018). In the room with climate anxiety: Part 1. Psychiatric Times, 35:1–2.
Lewis, J. (2019). In the room with climate anxiety: Part 2. Psychiatric Times, 36:23–24.
Mark, B. & Lewis, J. (2020). Group Interventions for Climate Change Distress, Psychiatric Times.
https://www.psychiatrictimes.com/view/group-interventions-climate-change-distress
Nicholsen, S. (2003). The Love of Nature and the End of the World: The Unspoken Dimensions of Environmental Concern. MIT Press.
Randall, R. (2005). A new climate for psychotherapy? Psychother. Pol. Int.,3:165–179.
Nitsun, M. (2014) Beyond the Anti-Group_ Survival and transformation. Routledge.
Nitsun, M. (1996). The Anti-Group. Routledge.
Randall, R. (2009). Loss and climate change: The cost of parallel narratives. Ecopsychology, 1:118–129.
Rehling, J. (2022). Conceptualising eco-anxiety using an existential framework. South African Journal of Psychology, vol. 52: 4.
Rust, M. J. (2008). Climate on the couch: Unconscious processes in relation to our environmental crisis. Psychotherapy and Politics International, 6(3), 157–170. Also available from: http://www.chinadialogue.net/article/show/single/en/2912-Climate-on-the-couch-2-
Seaman, Ε. Β. (2016). Climate change on the therapist’s couch : how mental health clinicians receive and respond to indirect psychological impacts of climate change in the therapeutic setting. Masters Thesis, Smith College, Northampton, MA
Searles, H. (1960). The Nonhuman Environment in Normal Development and in Schizophrenia. International Universities Press.
Wessinger, K.A. (2019). Eco-Anxiety in the Age of Climate Change: An Adlerian Approach. Master of Arts in Adlerian Counseling and Psychotherapy. Master’s Thesis, The Adler Graduate School, Richfield, MN, USA.
WHO. (2014). Quantitative risk assessment of the effects of climate change on
selected causes of death, 2030s and 2050s. Geneva: World Health Organization.
World Health Organization. (2017). Depression and other common mental disorders:
global health estimates.
Winter, D. & Koger, S. (2004). The Psychology of Environmental Problems. Lawrence Erlbaum Associates.